Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

Tου Αργύρη Χιόνη (Από τη συλλογή : Τότε που η σιωπή τραγούδησε)


Κάποιος εξημέρωσε, κάποτε, μια μοναξιά ΄
από θηρίο της ερήμου ζώο την έκανε οικόσιτο,
κι ήτανε τρυφερή και διακριτική και στην αφή τόσο απαλή, πιο απαλή ακόμη κι από γάτα.
Τώρα, πώς έγινε και, έτσι ξαφνικά, αυτή η τόσο εξημερωμένη μοναξιά τον κατασπάραξε,
κανείς δεν ξέρει.

Τρίτη 10 Μαΐου 2011

΄Υμνος στον ΄Ηλιο

Οι Ομηρικοί ΄Υμνοι δεν θεωρούνται ύμνοι του Ομήρου αλλά κάποιας "σχολής" του. Η προέλευση και  χρονολόγησή τους είναι δύσκολο να διαπιστωθούν. Ο παρακάτω ΄Υμνος στον ΄Ηλιο μοιάζει με προοίμιο έπους.


(΄Εργο του Γιόχαν Μπαμτίστ Τσίμερμαν, Bαυαρού ζωγράφου του 19ου  αιώνα. Easypedia.gr)

                                     ΄Υμνος στον ΄Ηλιο

Τον ΄Ηλιο αρχίνα πάλι να εξυμνείς τέκνο του Δία
ω Μούσα Καλλιόπη, τον λαμπρό, αυτόν που η βοόφθαλμη Ευρυφάεσσα τον γέννησε για το παιδί της Γης και του πολύαστρου Ουρανού΄
γιατί την ένδοξη Ευρυφάεσσα παντρεύτηκε ο Υπερίων
την αδελφή του, που σ' αυτόν τούκανε ωραία τέκνα
την ροδοδάχτυλη Ηώ και την ομορφοπλόκαμη Σελήνη
και τον ακάματο ΄Ηλιο όμοιο με τους αθανάτους,
που φέγγει στους θνητούς και τους αθάνατους θεούς
στους ίππους του καβάλα΄  κι άγρια κοιτάζει με τα μάτια του απ' το χρυσό του κράνος και λαμπρές αχτίδες απ' αυτόν στίλβουν αστραφτερά, και στους κροτάφους του οι παραγναθίδες λαμπρές με χάρη από ψηλά καλύπτουνε το πρόσωπο το τηλαυγές΄ κι ωραία λάμπει στο κορμί του η εσθήτα στην πνοή των ανέμων λεπτούφαντη, ενώ τ' αρσενικά του άλογα από κάτω τότε που στήνοντας αυτός το χρυσόζυγο άρμα και τους ίππουςθεσπέσιος τ' οδηγεί  στον ωκεανό απ' τον ουρανό.
Χαίρε άναξ, πρόθυμος εσύ πάρεχε βίον ευάρεστον΄
κι εγώ από σένα αρχίζοντας το γένος των θνητών ανθρώπων θα παινέψω των ημιθέων, που τα έργα τους δείξανε στους θνητούς οι θεοί.

(Ο Υπερίων ήταν Τιτάνας. Η Ευρυφάεσσα που σημαίνει πλατύφωτη ή Θεία ή Ευρυφάτεια ήταν Τιτανίδα. Το όνομα Θεία έχει ένας αστεροειδής.)

Ο θρήνος της Ανδρομάχης για τον νεκρό ΄Εκτορα

        (Η Ανδρομάχη θρηνεί τον ΄Εκτορα. Του Ζακ Λουί Νταβίντ. Μουσείο Λούβρου)

"΄Εκτορα, εγώ η δυστυχισμένη με την ίδια μοίρα, καθώς φαίνεται, γεννηθήκαμε κι δυο μας, εσύ στην Τροία, στο σπίτι του Πριάμου, εγώ στη Θήβα κάτω από την Πλάκο, με τα πολλά δάση, στο σπίτι του Ηετίωνα, που με ανάθρεψε όταν ήμουν μικρή, ο δύστυχος εμένα την άτυχη΄ μακάρι να μη με γεννούσε. Τώρα εσύ πας στα παλάτια του ΄Αδη, στα βάθη της γης, και μένα με αφήνεις σε μισητό πένθος χήρα στο σπίτι. Και ο γιος μας είναι ακόμα μωρό, που τον γεννήσαμε εμείς οι δυο, οι δυστυχισμένοι, και ούτε εσύ θα του σταθείς βοήθεια.
΄Εκτορα, αφού πέθανες ούτε εκείνος σε σένα΄ γιατί κι αν ξεφύγη από τον πολυδάκρυτο πόλεμο των Αχαιών, πάντα θα τον περιμένουν πίκρες και βάσανα γιατί άλλοι θα του πάρουν τα χτήματα.
Τη μέρα που ορφανεύει το παιδί χάνει όλους τους συνομήλικούς του, πηγαίνει πάντα σκυφτό, τα μάγουλά του είναι δακρυσμένα΄μη έχοντας να φάη πηγαίνει στους φίλους του πατέρα του, και τραβά άλλον από τη χλαίνα και άλλον από το χιτώνα. Κι αν κανείς από αυτούς το λυπηθή και του δώσει λιγάκι από την κούπα του, του βρέχει τα χείλια μόνο, τον ουρανίσκο του δεν του τον βρέχει. Το παιδί που έχει και τους δυο γονείς του σπρώχνει το ορφανό, πέρα απ' το τραπέζι, χτυπώντας το με το χέρι και προσβάλλοντάς το άσχημα :
Πήγαινε χάσου, τέτοιος που είσαι΄ ο πατέρας σου δεν τρώει στο τραπέζι μας!
Κλαίοντας το παιδί πηγαίνει στη μητέρα του τη χήρα, ο Αστυάνακτάς μας, αυτός που άλλοτε στα γόνατα τού πατέρα του έτρωγε μονάχα μεδούλι και αρνίσιο πάχος. Κι όταν το έπαιρνε ο ύπνος και έπαυε πια να παίζη, κοιμόταν στο κρεβάτι, στην αγκαλιά της παραμάνας, στο μαλακό του στρώμα, αφού η καρδιά του είχε γεμίσει από όλα τα καλά. ΄Ομως τώρα που έχασε τον πατέρα του, πολλά μπορεί να πάθη ο Αστυάνακτας, όπως τον λένε με δεύτερο όνομα οι Τρώες΄ γιατί μονάχα εσύ τους γλύτωνες τις πύλες και τα ψηλά τείχη.
Τώρα εσένα κοντά στα στρογγυλομύτικα καράβια μακριά από τους γονείς σου θα σε φάνε τα ευκίνητα σκουλήκια γυμνό, αφού πρώτα χορτάσουν οι σκύλοι΄ κι όμως για σένα είναι φυλαγμένα μέσα στο σπίτι μας φορέματα λεπτά και χαριτωμένα, φτιαγμένα από γυναίκεια χέρια. ΄Ολα αυτά εγώ θα τα κάψω πέρα πέρα με καφτερή φωτιά, μα εσύ δε θα έχεις τίποτα να κερδίσης, γιατί δε θα κείτεσαι μέσα σ' αυτά΄ μονάχα για να ακουστή το όνομά σου μέσα στους Τρώες και τις Τρωαδίτισσες"


                                                   (Palazzo Jatta in Ruvo, Puglia)

Δευτέρα 9 Μαΐου 2011

Ο θρήνος του Αχιλλέα για τον Πάτροκλο

                  (Ο Αχιλλέας φροντίζει την πληγή του Πατρόκλου. Μουσείο Βερολίνου)

Οι Αχαιοί όλη τη νύχτα έκλαιγαν με βογγητά θρηνώντας τον Πάτροκλο, κι ανάμεσά τους ο γιος του Πηλέα έκανε την αρχή στο θλιβερό θρήνο βάζοντας τα ανδροφόνα χέρια του πάνω στα στήθη του συντρόφου του, αναστενάζοντας πολύ συχνά, σαν λιοντάρι με πυκνή χαίτη, που του έχει αρπάξει τα παιδιά κάποιος ελαφοκυνηγός από το πυκνό δάσος. Εκείνο, που φτάνει αργότερα,πικραίνεται, και τριγυρνά πολλά φαράγγια ψάχνοντας για τ' αχνάρια του ανθρώπου, μήπως τον βρει πουθενά, γιατί είναι πολύ δυνατός ο θυμός που τον έχει πιάσει.΄Ετσι κι αυτός βαριά στενάζοντας μιλούσε κι έλεγε στους Μυρμιδόνες :

" Αλίμονό μου, ψεύτικος ήταν ο λόγος που έβγαλα τη μέρα εκείνη, καθώς έδινα κουράγιο στο γενναίο Μενοίτιο στο παλάτι μας. Του έλεγα πως θα του πάω πίσω στον Οπούντα τον ένδοξο γιο του, αφού πρώτα θα έχη κυριέψει το ΄Ιλιο και πάρει το ανάλογο μερτικό από τα λάφυρα. Μα ο Δίας δε δίνει τέλος σε όλα τα σχέδια των ανθρώπων. Γιατί είναι γραφτό να κοκκινίσουμε με το αίμα μας την ίδια γη και οι δυο μας, εδώ στην Τροία.  
Γιατί ούτε κι εμένα γυρισμένο πίσω θα δεχτή στο παλάτι ο γέροντας Πηλέας που κυβερνάει τ' άλογα, ούτε η μάνα μου η Θέτιδα, μόνο θα με σκεπάση αυτή εδώ η γη. Τώρα όμως αφού, Πάτροκλε, θα έρθω κάτω από τη γη ύστερα από σένα, δε θα σε θάψω, πριν φέρω εδώ τα όπλα και το κεφάλι του ΄Εκτορα, του γενναίου φονιά σου, και κόψω τους λαιμούς από δώδεκα λαμπρά παιδιά των Τρώων μπροστά από τα πυρά σου, από το θυμό μου που σκοτώθηκες. Ως τότε θα μου κείτεσαι έτσι κοντά στα στρογγυλομύτικα καράβια, και γύρω από σένα γυναίκες Τρωαδίτισσες και Δαρδανίδες βαθύζωνες θα κλαίνε χύνοντας δάκρυα νύχτα και μέρα, αυτές που εμείς οι ίδιοι κερδίσαμε με κόπο, με τη δύναμη και το μακρύ δόρυ μας, όταν πατούσαμε πλούσιες πολιτείες θνητών ανθρώπων"
(Μετάφραση Ο. Κομνηνού - Κακριδή)

Σάββατο 7 Μαΐου 2011

Αυτός του Vasko Popa από τη Σερβία



Μερικοί κόβουν με τα δόντια το χέρι
ή το πόδι ή οτιδήποτε των άλλων

τ' αρπάζουν ανάμεσα στα δόντια τους
φεύγουν όσο πιο γρήγορα μπορούν
το θάβουν μες στη γη

οι άλλοι τρέχουν σ' όλες τις κατευθύνσεις
μυρίζουν ψάχνουν μυρίζουν ψάχνουν
ανασκάβουν όλη τη γη

αν κάποιοι είναι αρκετά τυχεροί να βρουν το χέρι τους
ή το πόδι τους ή οτιδήποτε
είναι η σειρά τους να δαγκώσουν.
Το παιχνίδι συνεχίζεται ζωηρά


όσο υπάρχουν χέρια
όσο υπάρχουν πόδια
όσο υπάρχει κάτι οτιδήποτε

Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

Το ΄Επος του Γκιλγκαμές

                    

Το ΄Επος του Γκιγκαλμές, βασιλιά της πόλης Ουρούκ  της Μεσοποταμίας, προηγείται των Ομηρικών Επών κατά 1500 περίπου χρόνια. Η πιο ολοκληρωμένη γραφή του σε πήλινες πινακίδες με σφηνοειδή γραφή ανάγεται τον 7ο αιώνα π.Χ. και οφείλεται στον τελευταίο βασιλιά της Ασσυρίας, Σαρδανάπαλο.Το αντίγραφο αυτό ανακαλύφθηκε τον 19ο αιώνα στις ανασκαφές της πόλης Νινευί. Αντίγραφα του ΄Επους βρέθηκαν επίσης  σε άλλες πόλεις της Μέσης Ανατολής και σε άλλες γλώσσες όπως Ακκαδική Σημιτική, Ινδοευρωπαική Χιττιτική, Χαναιτική ή Υστεροπαλαιστινιακή.

Στο ΄Επος είναι ενσωματωμένη η ιστορία του Κατακλυσμού στα μέσα της 5ης χιλιετηρίδας.

Ο Κατακλυσμός του Μιχαήλ ΄Αγγελου στην Καπέλα Σιξτίνα

 Ο Γκιλγκαμές, κατά τα δύο τρίτα θεός και κατά το ένα τρίτο άνθρωπος, ήταν γιος της Θεάς Νινσούν και ενός ιερέα. Τραγικός ήρωας παλεύει για να ξεφύγει από τη μοίρα του θανάτου κατακτώντας τη γνώση και μέσω αυτής την αθανασία. ΄Ενας μύθος με ιστορικές βάσεις όπου οι ανθρώπινες δυνάμεις στη σύγκρουσή τους με τις θεικές ηττώνται.
Το παρακάτω απόσπασμα από το ΄Επος είναι ο θρήνος του ήρωα για το θάνατο του Ενκιντού, φίλου, συντρόφου και προστάτη του στις τιτανικές αναμετρήσεις με τους θεούς.

"Ακούστε με μεγάλοι της Ουρούκ,
θρηνώ τον Ενκιντού, το φίλο μου,
βαριαστενάζω σα γυναίκα που θρηνεί,
κλαίω τον αδελφό μου.
Ε! Ενκιντού, τ' αγριολούλουδο και η γαζέλλα
που στάθηκαν πατέρας σου και μένα
και τα τετράποδα που βόσκαγαν μαζί σου
θρηνούν για σένα.
Του κάμπου και των λιβαδιών τ' αγρίμια,
οι δρόμοι μες τ' αγαπημένο σου κεδρόδασο
νύχτα και μέρα μουρμουρίζουν.
Και ο μεγάλος της τειχόκλειστης Ουρούκ
θρηνεί για σένα
το δάχτυλο της ευλογίας
τεντώνεται σε θρήνο.
Ε! Εκιντού, αδελφέ μου,
τσεκούρι ήσουν στα πλευρά μου
κι η δύναμή μου, το ξίφος πούσερνα στη ζωή μου
κι η ασπίδα πούμπαινε μπροστά μου
φανταχτερό μου ένδυμα, το λαμπρό στολίδι.
΄Ακουσε, γύρω όλη η χώρα αντηχεί
σα μια μητέρα που θρηνεί.
Τα μονοπάτια που διαβήκαμε μαζί, θρηνούν,
κι ο πάνθηρας, κι ο τίγρης και τ' αγρίμια
που κυνηγούσαμε μαζί
και το λιοντάρι, το ελάφι, η λεοπάρδαλη,
ο αίγαγρος, ο ταύρος κι η ελαφίνα.
Και το βουνό που το ποτίσαμε
και σφάξαμε το φύλακά του
θρηνεί για σένα.
Και ο Ουλά, ποτάμι του Ελάμ και
ο αγαπητός μας Ευφράτης
απ' όπου παίρναμε νερό για τα ασκιά μας
και οι πολεμιστές της τειχογύριστης Ουρούκ,
της πόλης όπου σκότωσες τον Ταύρο του Ουρανού,
θρηνούν για σένα.
Κι όλοι της Εριντού οι άνθρωποι
θρηνούν για σένα, Ενκιντού.
Κι οι θεριστές κι οι ζευγολάτες
που κουβαλούσανε καρπό για σένα
τώρα για σένανε θρηνούν.
Κι η πόρνη, που με λάδι ευωδιαστό σε άλειψε
κλαίει πικρά για σένα τώρα.
Κι οι υπηρέτες που μ' αρώματα σ'αλείψανε το σώμα
θρηνούν για σένα τώρα.
Του παλατιού οι γυναίκες που τη σύζυγο σούφερναν
μης δικής σου εκλογής το δαχτυλίδι,
κλαίνε πικρά για σένα τώρα.
Κι οι νιοι που στάθηκαν αδέλφια σου,
σα νάσανε γυναίκες,
ακούρευτα αφήσανε σε πένθος τα μαλλιά τους.
Τύχη κακή με έχει καταστρέψει.
Μικρέ μου αδερφέ, Εκιντού, αγαπημένε φίλε,
γιατί ο ύπνος τούτος σε κρατεί;
Χάθηκες μες στην ερημιά και δεν μπορείς ν' ακούσεις."

                                      ΄Αγαλμα της 4ης χιλιετηρίδας από την Ουρούκ.

Τρίτη 3 Μαΐου 2011

Πάτερ ημών του Nicanor Parra από Χιλή


Πατέρα μας που βρίσκεσαι στους ουρανούς
γεμάτος κάθε φροντίδα
με μέτωπο ρυτιδωμένο
σα να ' σουν άνθρωπος λαικός και συνηθισμένος
μη σκέφτεσαι άλλο για μας.

Σε νιώθουμε που υποφέρεις
μην μπορώντας να τακτοποιήσεις τα πράγματα.

Ξέρουμε πως ο  Δαίμονας δε σ' αφήνει ήσυχο
χαλνώντας ό,τι κατασκευάζεις.

Σε περιγελά
όμως εμείς θρηνούμε μαζί σου.

Πατέρα μας που είσαι εκεί που είσαι
κυκλωμένος από άπιστους αγγέλους
ειλικρινά
μην υποφέρεις άλλο για χάρη μας
πρέπει να λάβεις όψη σου
πως και οι θεοί δεν είναι αλάθητοι
και πως εμείς συγχωρούμε τα πάντα.