Τετάρτη 18 Μαΐου 2011

Σημεία των καιρών.....

Επίκουρος : Απόσπασμα από την
Επιστολή πρός Μενοικέα

Θεωρούμε ότι η αυτάρκεια είναι μέγιστο αγαθό, όχι για να μένουμε ευχαριστημένοι πάντοτε με τα λίγα, αλλά για να μπορούμε, όταν δεν έχουμε πολλά, να αρκούμαστε στα λίγα, με την ακράδαντη πεποίθηση ότι την πολυτέλεια την απολαμβάνουν ηδονικότερα εκείνοι που την έχουν μικρότερη ανάγκη και ότι κάθε τι φυσικό το αποκτούμε εύκολα ενώ το μάταιο δύσκολα.
Γιατί, όταν έχει εξαλειφθεί ο πόνος της έλλειψης, η λιτή τροφή μάς δίνει την ίδια ηδονή με τα πλούσια γεύματα΄ και το ψωμί και το νερό φέρνουν την υπέρτατη ηδονή, όταν προσφερθούν σε κάποιον τη στιγμή που τα χρειάζεται. Το να συνηθίζει, λοιπόν, κανείς στην απλή κι όχι στην πολυτελή διατροφή και βελτιώνει την υγεία και καθιστά τον άνθρωπο ακούραστο στις υποχρεώσεις της ζωής΄ κι όταν πότε πότε προσερχόμαστε σε πολυτελή γεύματα, μας προδιαθέτει καλύτερα γι' αυτά κι ακόμα μας προετοιμάζει να αντιμετωπίζουμε χωρίς φόβο τις μεταστροφές της ζωής.
(Ο Επίκουρος ήταν Αθηναίος φιλόσοφος, 341-270 π.Χ)

Τρίτη 17 Μαΐου 2011

Η Λήθη του Λορέντζου Μαβίλη


(Ασφόδελος : Το λουλούδι των νεκρών, του πένθους και της λησμονιάς.  Οι αρχαίοι ΄Ελληνες το φύτευαν στους τάφους γιατί όπως αναφέρει ο ΄Ομηρος, οι νεκροί αναπαύονταν στον ΄Αδη σε "ασφοδελόν λειμώνα" δηλαδή λιβάδι από ασφοδίλια, και τρέφονταν με τους κονδύλους του)
 
Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε
την πίκρια της ζωής. Όντας βυθίσει
ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήσει,
μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να ΄ναι.

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση
μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει
α στάξει γι’ αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε.

Κι αν πιουν θολό νερό ξαναθυμούνται,
διαβαίνοντας λιβάδια απ' ασφοδίλι,
πόνους παλιούς που μέσα τους κοιμούνται.

Α δε μπορείς παρά να κλαις το δείλι,
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν:
θέλουν μα δε βολεί να λησμονήσουν.

Παροιμία


                   ΄Οταν το φεγγάρι γεμίσει από φως,
                    να περιμένεις πως θα σβηστεί.
              Μα όταν χαθεί στον ουρανό και σβηστεί,
                   ξέρεις πως γρήγορα θα γεμίσει.


Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

Tου Αργύρη Χιόνη (Από τη συλλογή : Τότε που η σιωπή τραγούδησε)


Κάποιος εξημέρωσε, κάποτε, μια μοναξιά ΄
από θηρίο της ερήμου ζώο την έκανε οικόσιτο,
κι ήτανε τρυφερή και διακριτική και στην αφή τόσο απαλή, πιο απαλή ακόμη κι από γάτα.
Τώρα, πώς έγινε και, έτσι ξαφνικά, αυτή η τόσο εξημερωμένη μοναξιά τον κατασπάραξε,
κανείς δεν ξέρει.

Τρίτη 10 Μαΐου 2011

΄Υμνος στον ΄Ηλιο

Οι Ομηρικοί ΄Υμνοι δεν θεωρούνται ύμνοι του Ομήρου αλλά κάποιας "σχολής" του. Η προέλευση και  χρονολόγησή τους είναι δύσκολο να διαπιστωθούν. Ο παρακάτω ΄Υμνος στον ΄Ηλιο μοιάζει με προοίμιο έπους.


(΄Εργο του Γιόχαν Μπαμτίστ Τσίμερμαν, Bαυαρού ζωγράφου του 19ου  αιώνα. Easypedia.gr)

                                     ΄Υμνος στον ΄Ηλιο

Τον ΄Ηλιο αρχίνα πάλι να εξυμνείς τέκνο του Δία
ω Μούσα Καλλιόπη, τον λαμπρό, αυτόν που η βοόφθαλμη Ευρυφάεσσα τον γέννησε για το παιδί της Γης και του πολύαστρου Ουρανού΄
γιατί την ένδοξη Ευρυφάεσσα παντρεύτηκε ο Υπερίων
την αδελφή του, που σ' αυτόν τούκανε ωραία τέκνα
την ροδοδάχτυλη Ηώ και την ομορφοπλόκαμη Σελήνη
και τον ακάματο ΄Ηλιο όμοιο με τους αθανάτους,
που φέγγει στους θνητούς και τους αθάνατους θεούς
στους ίππους του καβάλα΄  κι άγρια κοιτάζει με τα μάτια του απ' το χρυσό του κράνος και λαμπρές αχτίδες απ' αυτόν στίλβουν αστραφτερά, και στους κροτάφους του οι παραγναθίδες λαμπρές με χάρη από ψηλά καλύπτουνε το πρόσωπο το τηλαυγές΄ κι ωραία λάμπει στο κορμί του η εσθήτα στην πνοή των ανέμων λεπτούφαντη, ενώ τ' αρσενικά του άλογα από κάτω τότε που στήνοντας αυτός το χρυσόζυγο άρμα και τους ίππουςθεσπέσιος τ' οδηγεί  στον ωκεανό απ' τον ουρανό.
Χαίρε άναξ, πρόθυμος εσύ πάρεχε βίον ευάρεστον΄
κι εγώ από σένα αρχίζοντας το γένος των θνητών ανθρώπων θα παινέψω των ημιθέων, που τα έργα τους δείξανε στους θνητούς οι θεοί.

(Ο Υπερίων ήταν Τιτάνας. Η Ευρυφάεσσα που σημαίνει πλατύφωτη ή Θεία ή Ευρυφάτεια ήταν Τιτανίδα. Το όνομα Θεία έχει ένας αστεροειδής.)

Ο θρήνος της Ανδρομάχης για τον νεκρό ΄Εκτορα

        (Η Ανδρομάχη θρηνεί τον ΄Εκτορα. Του Ζακ Λουί Νταβίντ. Μουσείο Λούβρου)

"΄Εκτορα, εγώ η δυστυχισμένη με την ίδια μοίρα, καθώς φαίνεται, γεννηθήκαμε κι δυο μας, εσύ στην Τροία, στο σπίτι του Πριάμου, εγώ στη Θήβα κάτω από την Πλάκο, με τα πολλά δάση, στο σπίτι του Ηετίωνα, που με ανάθρεψε όταν ήμουν μικρή, ο δύστυχος εμένα την άτυχη΄ μακάρι να μη με γεννούσε. Τώρα εσύ πας στα παλάτια του ΄Αδη, στα βάθη της γης, και μένα με αφήνεις σε μισητό πένθος χήρα στο σπίτι. Και ο γιος μας είναι ακόμα μωρό, που τον γεννήσαμε εμείς οι δυο, οι δυστυχισμένοι, και ούτε εσύ θα του σταθείς βοήθεια.
΄Εκτορα, αφού πέθανες ούτε εκείνος σε σένα΄ γιατί κι αν ξεφύγη από τον πολυδάκρυτο πόλεμο των Αχαιών, πάντα θα τον περιμένουν πίκρες και βάσανα γιατί άλλοι θα του πάρουν τα χτήματα.
Τη μέρα που ορφανεύει το παιδί χάνει όλους τους συνομήλικούς του, πηγαίνει πάντα σκυφτό, τα μάγουλά του είναι δακρυσμένα΄μη έχοντας να φάη πηγαίνει στους φίλους του πατέρα του, και τραβά άλλον από τη χλαίνα και άλλον από το χιτώνα. Κι αν κανείς από αυτούς το λυπηθή και του δώσει λιγάκι από την κούπα του, του βρέχει τα χείλια μόνο, τον ουρανίσκο του δεν του τον βρέχει. Το παιδί που έχει και τους δυο γονείς του σπρώχνει το ορφανό, πέρα απ' το τραπέζι, χτυπώντας το με το χέρι και προσβάλλοντάς το άσχημα :
Πήγαινε χάσου, τέτοιος που είσαι΄ ο πατέρας σου δεν τρώει στο τραπέζι μας!
Κλαίοντας το παιδί πηγαίνει στη μητέρα του τη χήρα, ο Αστυάνακτάς μας, αυτός που άλλοτε στα γόνατα τού πατέρα του έτρωγε μονάχα μεδούλι και αρνίσιο πάχος. Κι όταν το έπαιρνε ο ύπνος και έπαυε πια να παίζη, κοιμόταν στο κρεβάτι, στην αγκαλιά της παραμάνας, στο μαλακό του στρώμα, αφού η καρδιά του είχε γεμίσει από όλα τα καλά. ΄Ομως τώρα που έχασε τον πατέρα του, πολλά μπορεί να πάθη ο Αστυάνακτας, όπως τον λένε με δεύτερο όνομα οι Τρώες΄ γιατί μονάχα εσύ τους γλύτωνες τις πύλες και τα ψηλά τείχη.
Τώρα εσένα κοντά στα στρογγυλομύτικα καράβια μακριά από τους γονείς σου θα σε φάνε τα ευκίνητα σκουλήκια γυμνό, αφού πρώτα χορτάσουν οι σκύλοι΄ κι όμως για σένα είναι φυλαγμένα μέσα στο σπίτι μας φορέματα λεπτά και χαριτωμένα, φτιαγμένα από γυναίκεια χέρια. ΄Ολα αυτά εγώ θα τα κάψω πέρα πέρα με καφτερή φωτιά, μα εσύ δε θα έχεις τίποτα να κερδίσης, γιατί δε θα κείτεσαι μέσα σ' αυτά΄ μονάχα για να ακουστή το όνομά σου μέσα στους Τρώες και τις Τρωαδίτισσες"


                                                   (Palazzo Jatta in Ruvo, Puglia)

Δευτέρα 9 Μαΐου 2011

Ο θρήνος του Αχιλλέα για τον Πάτροκλο

                  (Ο Αχιλλέας φροντίζει την πληγή του Πατρόκλου. Μουσείο Βερολίνου)

Οι Αχαιοί όλη τη νύχτα έκλαιγαν με βογγητά θρηνώντας τον Πάτροκλο, κι ανάμεσά τους ο γιος του Πηλέα έκανε την αρχή στο θλιβερό θρήνο βάζοντας τα ανδροφόνα χέρια του πάνω στα στήθη του συντρόφου του, αναστενάζοντας πολύ συχνά, σαν λιοντάρι με πυκνή χαίτη, που του έχει αρπάξει τα παιδιά κάποιος ελαφοκυνηγός από το πυκνό δάσος. Εκείνο, που φτάνει αργότερα,πικραίνεται, και τριγυρνά πολλά φαράγγια ψάχνοντας για τ' αχνάρια του ανθρώπου, μήπως τον βρει πουθενά, γιατί είναι πολύ δυνατός ο θυμός που τον έχει πιάσει.΄Ετσι κι αυτός βαριά στενάζοντας μιλούσε κι έλεγε στους Μυρμιδόνες :

" Αλίμονό μου, ψεύτικος ήταν ο λόγος που έβγαλα τη μέρα εκείνη, καθώς έδινα κουράγιο στο γενναίο Μενοίτιο στο παλάτι μας. Του έλεγα πως θα του πάω πίσω στον Οπούντα τον ένδοξο γιο του, αφού πρώτα θα έχη κυριέψει το ΄Ιλιο και πάρει το ανάλογο μερτικό από τα λάφυρα. Μα ο Δίας δε δίνει τέλος σε όλα τα σχέδια των ανθρώπων. Γιατί είναι γραφτό να κοκκινίσουμε με το αίμα μας την ίδια γη και οι δυο μας, εδώ στην Τροία.  
Γιατί ούτε κι εμένα γυρισμένο πίσω θα δεχτή στο παλάτι ο γέροντας Πηλέας που κυβερνάει τ' άλογα, ούτε η μάνα μου η Θέτιδα, μόνο θα με σκεπάση αυτή εδώ η γη. Τώρα όμως αφού, Πάτροκλε, θα έρθω κάτω από τη γη ύστερα από σένα, δε θα σε θάψω, πριν φέρω εδώ τα όπλα και το κεφάλι του ΄Εκτορα, του γενναίου φονιά σου, και κόψω τους λαιμούς από δώδεκα λαμπρά παιδιά των Τρώων μπροστά από τα πυρά σου, από το θυμό μου που σκοτώθηκες. Ως τότε θα μου κείτεσαι έτσι κοντά στα στρογγυλομύτικα καράβια, και γύρω από σένα γυναίκες Τρωαδίτισσες και Δαρδανίδες βαθύζωνες θα κλαίνε χύνοντας δάκρυα νύχτα και μέρα, αυτές που εμείς οι ίδιοι κερδίσαμε με κόπο, με τη δύναμη και το μακρύ δόρυ μας, όταν πατούσαμε πλούσιες πολιτείες θνητών ανθρώπων"
(Μετάφραση Ο. Κομνηνού - Κακριδή)