Στίχοι
Είδα ψηλά μια θάλασσα
ανάμεσα σε δυο βουνά,
τη φέραν και την κρύψανε
κάτι πουλιά θαλασσινά.
Μοιάζει με μάτι του Θεού
που κοιτάει τον ουρανό,
διαδήλωση νερού
μ' ένα θαλασσί πανό.
Είδα ψηλά μια θάλασσα
είδα και μια θαλασσινή,
που σήκωνε τα χέρια της
του ήλιου το λαμπρό σινί.
Αναλήφθηκαν κι δυο
μες στον άπατο ουρανό,
για ταξίδι μακρινό
με καράβι γυάλινο.
Σε κάμαρα άδεια και μικρή, τέσσαρες τοίχοι μόνοι,
και σκεπασμένοι με ολοπράσινα πανιά,
καίει ένας πολυέλαιος ωραίος και κορώνει΄
και μες στη φλόγα του την καθεμιά πυρώνει
μια λάγνη πάθησις, μια λάγνη ορμή.
Μες στην μικρή την κάμαρη, που λάμπει αναμμένη
από του πολυέλαιου την δυνατή φωτά,
διόλου συνηθισμένο φως δεν είν' αυτό που βγαίνει.
Γι' άτολμα σώματα δεν είναι καμωμένη
αυτής της ζέστης η ηδονή.
Από τη Συλλογή : ΄Ασχημα κελαηδάει το αηδόνι, 1926
Παλιό πεδίο μάχης
(Harlequin Picasso)
....Είναι νύχτα, πρωί, μες σε ομίχλες χάραξε η μέρα,
σε ράκη τώρα χωμένοι όλοι κοιμούνται.
Του Αρλεκίνου ο μανδύας είναι η γη
ξεπατωμένη σκακιέρα,
είναι η Ευρώπη.
Από τη Συλλογή : Το ταχυδρομικό περιστέρι, 1929
Χωρίς φτερά
Είδα να πέφτει η αυτοκρατορία,
αετούς χωρίς κεφάλια, αετούς χωρίς φτερά,
τι θά' δινα δεν ξέρω
κάτι τέτοιο να δω κι άλλη φορά......
Ο ήχος του τυμπάνου
...Του φεγγαριού το αλκοόλ πήρε φωτιά...
...Το πρόσωπο του ανθρώπου,
μια μάσκα
που τη σκάλισε το μαχαίρι του πόνου...
...Ο αλαλαγμός του πλήθους
γρήγορα ας φτάσε μέχρι εδώ
και το τύμπανο της επανάστασης
ας ηχήσει
για να ευωδιάζει πάντα το ψωμί επάνω στο τραπέζι
τους.
Το παράθυρο
Πίσω απ' το παντζούρι κάθομαι, και βλέπω
πώς ο κόσμος περνά, πώς περνά, περνά
κι ούτε ένας προσέχει το άγρυπνό μου μάτι
που κοιτά, κοιτά.
Τη μικρή μου κάμαρα κανείς δε βλέπει
που στον ήλιο πλέει, ήλιο χαρωπό
κι ούτε ένας τους ξέρει αν είμαι εδώ,
ή αν φεύγω με το φως κι εγώ.
Ο πλούτος ήλθε από τη θάλασσα, στο χέρσο αυτό νησί΄
δελφίνια που είν' η πλάτη τους σαν τόξο κολυμπάνε σαν μωσαικά σώματα,
όπου καπετάνιοι απ' την Ελλάδα χρήματα σωρεύαν
και τα αιχμηρά και κοίλα σχέδια στριφογυρνάν με την αντάρα της ορμής και της μανίας των κυμάτων.
Βήματα κατεβαίνουν στο λιμάνι. Και σ' αυτή την περιοχή
μπορούσες ν' αγοράσεις λάδι, καλαμπόκι ή άντρες και γυναίκες.
Ψηλά στον λόφο τον βουερό η Λητώ-γυναίκα
τον πόνο υπόφερε της γέννας, δίνοντας δυο θεούς στο θρύλο, λαμπρούς κι ανέραστους καθώς η θάλασσα.
Το ξέρουμε, η δουλεία δεν είναι μόνο αγοραία.
Εδώ ειδικά υπήρχαν πλούσιοι και φτωχοί, ιερείς με τις πεντάρες τους.
Ξέρουμε την αυτοκρατορική δουλεία. Με το αλμυρό Αιγαίο ξεχύνονταν με κύματα από φλόγες κι από σκοτωμούς καυγάδες ξένων
ώσπου η ζωή εκομματιάστη, κι έγινε ησυχία.
Στις λεωφόρους τούτων των νεκρών θα σκέφτεσαι τη βία, την αγιοσύνη και τη βία, βία της θάλασσας που είναι πιο γαλάζια
κι από τα γαλανά μάτια΄ βία του ηλίου και της λατρείας του
βία του χρήματος και της λατρείας του.
Κι ήταν εδώ στο μώλο
που οι ξένοι αναζητούσαν την αλήθεια.
(Αμερικανίδα ποιήτρια, πεζογράφος, κριτικός. Μεσουράνησε στη Νέα Υόρκη την περίοδο του Μεσοπολέμου.Η ποίησή της χαρακτηρίζεται από δηκτική ειρωνεία, αυτοσαρκασμό και επιθετική αντιμετώπιση του ερωτικού συντρόφου.Υπέρμαχος του φεμινιστικού κινήματος.)
Πηνελόπη
Στου ήλιου τα κρύφια μονοπάτια,
στα σταυροδρόμια των ανέμων,
όσο μακριά βλέπουν τα μάτια
θα χώνεται, σαν άγριος δαίμων
σκορπώντας γύρω του το δέος.
Εγώ μες στο άδειο σπίτι μόνη
καρτερικά θα περιμένω
σκυμμένη πάνω στο στημόνι,
θα ράβω, θα κεντάω, θα πλένω.
Αυτός, θα πούν, ήταν γενναίος.
............................
Οι πιστοί
Οι φίλοι μου εφύγανε μακριά
μα τι με μέλει εμένα;
Τους σκέπασε για πάντα η λησμονιά
σα ρόδα μαραμένα.
Κι αν ο στερνός κι αυτός μ' απαρνηθεί,
με γεια του με χαρά του,
μια και ξέρω πως όλοι μου οι εχθροί
μού είναι πιστοί μέχρι θανάτου.
Με γέλασαν μια χαραυγή της άνοιξης τ' αηδόνια
με γέλασαν και μού ' πανε, ο Χάρος δε με παίρνει.
Μη με παίρνεις, Χάρε, μη με παίρνεις, γιατί δε με ξαναφέρνεις.
΄Αιντε και βγήκα ο μαύρος στα βουνά, ψηλά στα κορφοβούνια,
βλέπω το Χάρο νά' ρχεται στο άλογο καβάλα.
Τι να κάνω, τι να κάνω, σαν σκεφτώ πως θα πεθάνω.
( Από τα αγαπημένα μου δημοτικά τραγούδια. Ανήκει στα τραγούδια της τάβλας. Το τραγουδούσαν στις οικογενειακές μαζώξεις κάποτε στις γιορτές και στα πανηγύρια, όταν οι συγγενείς ήσαν πιο δεμένοι απ' ό,τι σήμερα. Μου θυμίζει πρόσωπα που έφυγαν και είναι πια λησμονημένα. )